Αρχείο Νέων

Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης- Νομιμοποίηση Εταιριών Διαχείρισης απαιτήσεων στην Εκτελεστική Διαδικασία

Οι όροι και οι προϋποθέσεις της μεταβίβασης των απαιτήσεων ρυθμίζεται αφενός μεν στο Ν. 3156/2003 (εκχώρηση απαιτήσεων προς εταιρεία ειδικού σκοπού στο πλαίσιο τιτλοποίησης), αφετέρου δε, στο Ν. 4345/2015 (Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων).

Η πρόσφατη απόφαση με αριθμό 1/2023 της Ολομέλειας του ΑΠ, έλυσε νομολογιακά τη διχοστασία των Δικαστηρίων της Χώρας ως προς το καίριο ζήτημα της νομιμοποίησης των Servicers που διαχειρίζονται απαιτήσεις οι οποίες τιτλοποιήθηκαν με το ν.3156/2003.  Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.

Αντιθέτως, εννέα μέλη του Δικαστηρίου μειοψήφησαν και είχαν τη γνώμη ότι δεν είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν. 4354/2015 να διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων, όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, για τους ακόλουθους λόγους: Επειδή η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των διαδίκων διασπά τον θεμελιώδη δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίον συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο το υποκείμενο της επίδικης έννομη σχέσεως και ο νομιμοποιούμενος προς διεξαγωγή της δίκης, αυτή είναι επιτρεπτή μόνο στις κατά νόμο αναγνωριζόμενες περιπτώσεις, οι οποίες δεν μπορούν να γενικευθούν με συμφωνία των μερών, ούτε να επεκταθούν, βάσει αναλογικής εφαρμογής ή ερμηνείας, γι’ αυτό και η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων οφείλει να είναι “αυστηρή”.

Τούτο σημαίνει ότι η ένταξη μιας περιπτώσεως στην κατηγορία του μη δικαιούχου η μη υπόχρεου διαδίκου πρέπει να στηρίζεται σε ρητή νομοθετική βούληση, δηλαδή σε συγκεκριμένες διατάξεις νόμου -και οπωσδήποτε όχι στην ιδιωτική αυτονομία- με την έννοια ότι απαιτείται από τις εν λόγω διατάξεις να προκύπτει άμεσα ότι πρόκειται για δικαστική άσκηση, στο όνομα ενός προσώπου, δικαιώματος που ανήκει σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή σε άλλο φορέα, χωρίς βεβαίως να απαιτείται να διατυπώνεται η εξαιρετική νομιμοποίηση κατά τρόπο πανηγυρικό. Λόγω της αυστηρότητας της ρύθμισης, οφειλομένης στο γεγονός ότι επί εξαιρετικής αποκλειστικής νομιμοποίησης αποξενώνεται από τη δυνατότητα διεξαγωγής της δίκης ο αληθής δικαιούχος ή υπόχρεος, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής του δικαιώματος ακροάσεως, η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ουδέποτε κατέφυγε σε συνδυαστική εφαρμογή διατάξεων και σε αναλογική ή συμπληρωματική ή τελολογική ερμηνεία τους, για να αποδώσει εξουσία διεξαγωγής δίκης σε πρόσωπο ξένο προς το φορέα του δικαιώματος, όταν αυτό δεν προβλέπεται ρητά από συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου.

Η ανωτέρω διχοστασία που επικρατούσε μέχρι πρότινος στη νομολογία αποτέλεσε το βασικότερο λόγο ακύρωσης εκθέσεων κατάσχεσης, κατόπιν ασκήσεως ανακοπών από μέρους των οφειλετών. Μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης του ΑΠ, την οποία πλέον ακολουθούν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (και μόνο στον α΄ βαθμό εκδίκασης) όλα τα Δικαστήρια της χώρας, οι λόγοι ακύρωσης μίας κατασχετήριας έκθεσης έχουν ουσιαστικά εκλείψει. Πλην όμως, είναι ακόμη δυνατή η ακύρωση πράξεων εκτέλεσης, για τυπικούς κυρίως λόγους, οι οποίοι ανάγονται στην πλημμελή τήρηση της εκτελεστικής διαδικασίας από τις εταιρείες διαχείρισης. Οι τελευταίες, λόγω του τεράστιου όγκου των υποθέσεων που χειρίζονται, σε συνδυασμό με την προσπάθεια επιδίωξης μιας ταχείας είσπραξης, που αποτελεί καίριο μέλημα των funds, συχνά περιπίπτουν σε σφάλματα.  

Απαιτείται η συνδρομή εξειδικευμένων δικηγόρων, με ουσιαστική νομική εμπειρία και γνώση των ιδιαίτερων ζητημάτων της εκτέλεσης, προκειμένου να εντοπιστούν τυχόν σφάλματα και ελαττώματα, που εάν διαγνωστούν έγκαιρα, μπορούν να οδηγήσουν σε ακύρωση της αντίστοιχης πράξης εκτέλεσης, μετά την άσκηση ανακοπής, απέχοντας από την προβολή των συνήθων λόγων ανακοπής, που έχοντας ήδη κριθεί νομολογιακά, απορρίπτονται δίχως άλλο από όλα τα Δικαστήρια.